Ο κύριος ρόλος των φλεβών των κάτω άκρων είναι η μεταφορά αίματος από τα πόδια στην καρδιά. Η επιτυχής ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας διασφαλίζεται από τη σωστή λειτουργία των βαλβίδων, το άνοιγμα των οποίων επιτρέπει τη ροή του αίματος προς την καρδιά ενώ το κλείσιμό τους αποτρέπει την παλινδρόμηση του αίματος προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ωστόσο, το φλεβικό δίκτυο, ειδικά των κάτω άκρων, δεν λειτουργεί πάντα στο βέλτιστο βαθμό. Αντιθέτως, κάποια φλεβική δυσλειτουργία ενδέχεται να αρχίσει να προκαλεί προβλήματα, ιδίως σε άτομα προχωρημένης ηλικίας. Η φλεβίτιδα και οι κιρσοί είναι δύο παραδείγματα τέτοιων δυσλειτουργιών. Πρόκειται για δύο αλληλένδετες καταστάσεις που επηρεάζουν τις φλέβες στο σώμα, ιδιαίτερα στα κάτω άκρα. Αν και πρόκειται για ξεχωριστές παθήσεις, η στενή τους σχέση σημαίνει ότι συχνά εμφανίζονται μαζί ή προκαλούνται από παρόμοια αίτια. 

Οι κιρσοί εμφανίζονται ως μπλε διογκωμένα αιμοφόρα αγγεία πιο συχνά στα κάτω άκρα. Χαρακτηρίζονται από μόνιμη παθολογική διαστολή των επιφανειακών φλεβών των κάτω άκρων, ενώ συνυπάρχει και αλλοίωση των φλεβικών τοιχωμάτων. Η πάθηση αυτή οφείλεται σε δυσλειτουργία των φλεβικών βαλβίδων, η οποία ωθεί το αίμα να λιμνάζει στο εσωτερικό των φλεβών αντί να επιστρέφει πίσω στην καρδιά. Η φλεβίτιδα μπορεί να εμφανιστεί όταν οι κιρσοί προκαλέσουν εκτεταμένη διάταση του τοιχώματος της φλέβας. Σε αυτή την περίπτωση όχι μόνο διακυβεύεται η ακεραιότητα της εσωτερικής φλεβικής επένδυσης ενώ ταυτόχρονα εκδηλώνεται οίδημα και φλεγμονή. Η κατάσταση μάλιστα αυτή αυξάνει τις πιθανότητες να εκδηλωθούν δυσάρεστοι και δυνητικά επικίνδυνοι θρόμβοι στο εσωτερικό των φλεβών.

 

Πώς σχετίζονται η φλεβίτιδα και οι κιρσοί;

Η φλεβίτιδα και οι κιρσοί είναι στενά συνδεδεμένες αγγειακές παθήσεις, που συχνά συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν στο πλαίσιο της χρόνιας φλεβικής ανεπάρκειας. Οι κιρσοί αναπτύσσονται κυρίως λόγω δυσλειτουργίας των φλεβικών βαλβίδων, γεγονός που οδηγεί σε φλεβική στάση και αυξημένη πίεση μέσα στις φλέβες. Αυτή η φλεβική ανεπάρκεια δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη επιπολής φλεβίτιδας, μιας φλεγμονώδους πάθησης του τοιχώματος της φλέβας που εμφανίζεται συνήθως στις επιπολής φλέβες. Η στάση του αίματος στους κιρσούς μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό του ενδοθηλίου, ενεργοποιώντας μια φλεγμονώδη αντίδραση που οδηγεί σε φλεβίτιδα. Αυτή η διαδικασία μπορεί να επιδεινωθεί από την παρουσία κιρσών, οι οποίοι προδιαθέτουν τις προσβεβλημένες φλέβες σε τραυματισμούς, σχηματισμό θρόμβων και φλεγμονή λόγω της διαταραγμένης δομής και δυσλειτουργίας τους. Η συσχέτιση μεταξύ των δύο παθήσεων ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι ασθενείς με κιρσούς έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης θρόμβωσης στις επιπολής φλέβες, γνωστή ως επιπολής θρομβοφλεβίτιδα. Να σημειωθεί τέλος ότι και οι δύο παθήσεις μοιράζονται κοινούς παράγοντες κινδύνου. 

 

Κοινοί παράγοντες κινδύνου ανάμεσα στις δύο παθήσεις

Η φλεβίτιδα και οι κιρσοί έχουν κοινούς παράγοντες κινδύνου, πολλοί από τους οποίους σχετίζονται με τη χρόνια φλεβική ανεπάρκεια και τη φλεβική στάση που οδηγεί και στις δύο αγγειακές αυτές παθήσεις. Ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου είναι η παρατεταμένη ορθοστασία ή καθιστική θέση, η οποία εμποδίζει την επιστροφή του αίματος από τις φλέβες πίσω στην καρδιά, προκαλώντας αυξημένη πίεση στις επιπολής φλέβες. Αυτή η πίεση μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργία των φλεβικών βαλβίδων, προωθώντας τον σχηματισμό κιρσών και δημιουργώντας συνθήκες ευνοϊκές για φλεγμονή, δηλαδή φλεβίτιδα. Η ηλικία αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα κινδύνου, καθώς η ελαστικότητα των φλεβών και η λειτουργικότητα των βαλβίδων μειώνονται με την πάροδο του χρόνου. 

Παράλληλα, η παχυσαρκία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εμφάνιση και των δύο παθήσεων, αυξάνοντας την ενδοκοιλιακή πίεση, γεγονός που δυσχεραίνει την επιστροφή του αίματος πίσω στην καρδιά και αυξάνει την πίεση στις φλέβες των κάτω άκρων. Οι ορμονικές επίσης διακυμάνσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, μπορεί να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την εμφάνιση αγγειακών παθήσεων όπως η φλεβίτιδα και οι κιρσοί. Η γενετική προδιάθεση αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα κινδύνου, καθώς άτομα που έχουν οικογενειακό ιστορικό χρόνιας φλεβικής νόσου είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν αυτές τις δύο αγγειακές παθήσεις. 

Επιπλέον, το τραύμα ή η βλάβη στο τοίχωμα της φλέβας μπορεί να προδιαθέτει σε κιρσούς και φλεβίτιδα, καθώς βλάπτει το ενδοθήλιο, προκαλώντας φλεγμονώδη αντίδραση ή εξασθένηση της δομής της φλέβας. Ορισμένες τέλος συνήθειες, όπως ο καθιστικός τρόπος ζωής ή η λήψη αντισυλληπτικών χαπιών, μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για φλεγμονή των φλεβών και ανάπτυξη κιρσών. Έτσι, ενώ η φλεβίτιδα και οι κιρσοί είναι διαφορετικές παθήσεις, μπορούν να εμφανιστούν λόγω των ίδιων παραγόντων κινδύνου. 

Συνοψίζοντας, η φλεβίτιδα και οι κιρσοί είναι στενά συνδεδεμένες αγγειακές παθήσεις που αν αφεθούν χωρίς θεραπεία μπορούν να θέσουν σημαντικά εμπόδια και περιορισμούς στην καθημερινότητα του ασθενούς. Ειδικά αν οι κιρσοί συμβάλλουν σε φλεβίτιδα, εκδηλώνεται σημαντικός πόνος, δυσφορία και πιο σοβαρές επιπλοκές εάν δεν εφαρμοστεί ένα στοχευμένο σχέδιο θεραπείας. Ευτυχώς, με τις κατάλληλες αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες αλλά και τις νέες ελάχιστα επεμβατικές χειρουργικές τεχνικές, όπως η αφαίρεση κιρσών με λέιζερ, το πρόβλημα επιλύεται οριστικά.